Ο «Βυσσινόκηπος» του Αντόν Τσέχωφ, ένα από εμβληματικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, έκανε επίσημη πρεμιέρα από το Εθνικό Θέατρο την Παρασκευή 6 Μαρτίου, στην Κεντρική Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ, σε διασκευή και σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, με έναν 11μελή θίασο ξεχωριστών ερμηνευτ(ρι)ών (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Ζιάκας, Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Έκτορας Λυγίζος, Υβόννη Μαλτέζου*, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου*, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κατερίνα Πατσιάνη, Φοίβος Συμεωνίδης *σε διπλή διανομή.
Η πάντα εξαιρετική Αμαλία Μουτούση υποδύεται την Λιουμπόφ Αντέγιεβνα, ενώ ο σκηνοθέτης κρατά τον ρόλο του Ερμολάι Αλεξέγιεβιτς Λοπάχιν. Όλοι οι ηθοποιοί είναι Υπέροχοι.

Με όχημα την εξαιρετική μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη και με όρους ενός ιδιότυπου «μουσικού ρεαλισμού» – όπου η παρτιτούρα είναι το κείμενο και τα μουσικά όργανα οι ανθρώπινες φωνές – η ιλαρή και συγχρόνως σπαρακτική αυτή τραγικωμωδία μιλά για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της Αβύσσου και του Άπειρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν. Με τη δράση να τοποθετείται εξ ολοκλήρου στο καθιστικό/σέρα μιας ρωσικής ντάτσας, το τσεχωφικό κύκνειο άσμα παρουσιάζεται ως ένα κατεξοχήν έργο συνόλου. Είναι η τρίτη φορά που ο Βυσσινόκηπος ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, 41 χρόνια μετά από την παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη και 58 από εκείνη σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη.
Τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια στο γερασμένο πια – και υποθηκευμένο – σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ξαναζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν. Το τελευταίο έργο του Τσέχωφ, γραμμένο λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατό του, μιλά με οδυνηρή ελαφρότητα για ένα ανέμελο παρόν, που συμπιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα σε ένα νοσταλγικά εξωραϊσμένο παρελθόν και σε ένα τραγικά αβέβαιο μέλλον. Οι ιδιοκτήτες του βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Όπως, λίγο πολύ, και όλα τα πρόσωπα του έργου, επιλέγουν να γαντζωθούν από την ξεγνοιασιά μιας αιώνιας παιδικότητας, αναβάλλοντας πεισματικά την ενηλικίωσή τους.





«Με συγκίνησε εξαρχής η βαθιά οικειότητα που δένει τα πρόσωπα – ακόμη και στις πιο αμήχανες στιγμές τους-, αυτό το αίσθημα που τα κάνει να νιώθουν οικογένεια, κι ας μην συνδέονται τα περισσότερα με δεσμούς»
Έκτορας Λυγίζος



«Όλοι φεύγουν, όλοι μας εγκαταλείπουν. Κανείς δεν μας χρειάζεται πια…»
«Έχω πολύ καιρό να πιω σαμπάνια…»
«Για να ζήσεις στο παρόν, πρέπει πρώτα να εξιλεωθείς για το παρελθόν, να απαλλαγείς από αυτό, από τον πόνο!»



Φωτογραφίες: NDPphoto
